28 Αὐγούστου 2010, καὶ ὥρα 4:47.

Κλινοσοφιστεῖες.
Γράφει ὁ Ἰάνης Λὸ Σκόκκο.


* Μικρὲς στιγμὲς θλιμμένης σιωπῆς...
 

...ἐκ βαθέων ἐρχόμενες...


-----------------------------------------" ...καὶ ξάπλωσα γυμνούλης μὲ τὸ χέρι ἐκεῖ. Ὁπότε θυμήθηκα:

Καὶ θἄλεγα: ἀπὸ στιγμές, ὡραῖες, μὲ συγκίνηση, μαζὺ μὲ δὲν ξέρω τί, ποὺ νὰ τὸ νοσταλγεῖς, πότε-πότε, ἆλλο τίποτα! Θὰ εἶχα ἄλλα τόσα καὶ γιὰ αἰῶνες ἀνίας μέσα σ' ἕνα λεπτὸ νὰ πῶ, γιατὶ, ὄντως, ὅσο καὶ νὰ θέλω νὰ γεμίσω τὸ σῦμπαν, ἄν τὸ πρόσωπο δὲν μὲ ἐμπνέει, "ἀδειάζω" κι' ἐγὼ ἀνελέητα, γίνομαι τὸ τελευταῖο ἀόρατο μικρόβιο ποὺ πατάει κανεὶς περνῶντας. Ἀλλά, νὰ τὸ παραδεχτῶ, ἐσὺ περνᾶς μέ χάρη, τὸ πάτημά σου δὲν θἆταν καταλυτικό. Ἀλλοῦ κι' ἀλλοιῶς βαρᾶς.
Οἱ δρόμοι, τὰ φανάρια, αὐτοί, ὅσοι σὲ προσπερνοῦν ἤ τοὺς προσπερνᾶς, ὅπως κι' ἐκεῖνοι ποὺ διασταυρώνονται μὲ μένα, δὲν θὰ μάθουν ποτὲ πὼς ἐγὼ ποὺ σὲ βλέπω καὶ δὲν δείχνω νὰ σὲ ξέρω, ὅπως καὶ σύ, ποὺ μὲ παίρνει τὸ μάτι σου καὶ κρυφοκαμαρώνεις, νομίζοντας πὼς σοῦ τὴν ἔστησα, γιὰ νὰ σὲ δῶ, καὶ τότε τὸ πρόσωπό σου γεμίζει φλέβες κόκκινες, ὅλοι αὐτοὶ, εἴτε μᾶς βλέπουν εἴτε κἄν δὲν μᾶς κοιτοῦν, δὲν ξέρουν, οὔτε ποτὲ θά μάθουν, πὼς, κάποτε, ἐμεῖς, ἐσὺ κι' ἐγὼ, ἀγαπιόμασταν. Κι' ὡστόσο, δὲν θέλουμε, πάλι, ἐσὺ κι' ἐγώ, νὰ ὁμολογήσουμε πὼς ἀκόμη ἀγαπιόμαστε μὲς τὴν σιωπὴ ποὺ χτίσαμε ἀνάμεσά μας. Σ' ἀγαποῦσα ἀλλὰ φεύγω, χάνομαι, ψάχνω τὴν ἀναπνοή μου, στὰ τυφλά, καὶ ξαναβρίσκομαι στὸ λεπτό, - μόνος μου! Πόσο πιὸ σπουδαῖο εἶναι νὰ βρίσκεσαι μόνος, ὅταν τὸ ἆλλο μισὸ...δὲν ἀντέχει τόση ἀγάπη, γιατί...- ὑπάρχει γιατί; Νὰ κατάφερνα, μέσα σὲ μιὰν ὁλόκληρη ζωὴ, νὰ τὸ βρῶ!...
Περάσαμε ρίγη χαρᾶς μαζύ, τὸ ξέρουμε κι' οἱ δυό μας. Καὶ ὅπως ἔτυχε καὶ ὅπως ξέραμε, μὲ τὴν μέθοδο τοῦ ἐνστίκτου, νὰ τὶς πλάθουμε, χωρὶς κόπο, σὰν οὐρανοκατέβατες μέσα ἀπὸ τὰ χέρια μας ὡστόσο νὰ ξεπροβάλλουν. Ὁμολογῶ, δηλαδή, πὼς τὶς στιγμὲς τὶς φτιάχνουμε καὶ οἱ ἴδιοι! Ἆλλο τόσο, ὅπως, μπορεῖ, οἱ στιγμὲς, ἀπὸ μόνες τους, νὰ μᾶς αἰφνιδιάσουν, μὴ ξέροντας ἐμεῖς πῶς μᾶς ἔτυχαν, ποιά καλὴ μοίρα μᾶς τὶς ἔστειλε! Μοῦ ἀρέσουν καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δέ, ἐξίσου. Καὶ τὶς προσκυνῶ. Ὅ,τι μᾶς ἀρέσει, καὶ μόνον αὐτὸ, εἶναι ἄξιο γιὰ ὁμολογία πίστεως.
Ὁ Θεὸς μᾶς πλάθει καμιὰ φορὰ καὶ ἐρωτικούς.

Ὅταν ἔπαιζα στὸ θέατρο – τί περίεργο, ἐσύ, δὲν ἔτυχε ποτέ σου νὰ μὲ δεῖς!... - παρὰ τὴν, ἀκλόνητη, ἀκριβοέπειά μου, πού, ποτέ, δὲν μοῦ ἔλειψε, συνέβαιναν δύο ἐκπληκτικά, γιὰ μένα, πράγματα: πρῶτον, δὲν φοροῦσα ποτὲ τὰ γυαλιά μου. Καὶ ὅμως, ἔβλεπα καλλίτερα καὶ ἀπὸ τὸ ἄν τὰ φοροῦσα. Μὲ ὅσον δέ, δεύτερον, πονοκέφαλο ἤ κρυολόγημα ἤ πυρετὸ ἤ ἆλλο δεινοπάθημα κι' ἄν ξεκινοῦσα, μὲ τὸ...ποὺ ἔβγαινα στὴ σκηνή, δὲν εἶχα ἐπὶ σκηνῆς τίποτα ἀπολύτως! Αὐτὲς ἐκεῖνες οἱ στιγμὲς τοῦ "Νά με!..." μὲ ἔχουν ἀπασχολήσει χιλιάδες φορές, τὸ ἔχουμε συζητήσει μ' ἄλλους συναδέλφους - ποὺ τὸ διαπίστωναν, ξέροντας, λίγο-πολὺ, κάτι καὶ οἱ ἴδιοι ἀπ' αὐτὸ τὸ θαῦμα, κατὰ τὰ λεγόμενά τους, ὄχι ὅμως, δὲν θυμᾶμαι ἴσως,, νὰ εἶπαν ποτὲ, σὲ τέτοιο βαθμὸ!...Τὸ "ἔβγα" ἦταν ἴδιο κι' ἀπαράλλαχτο μ' αὐτὸ ποὺ ἐκτόξευε τὶς χαρές μας, τὶς δικές μας, στὸν οὐρανό. Στιγμές, ὅπως, ἐσὺ κι' ἐγὼ, μονάχα τὶς θυμόμαστε τώρα πιὰ καὶ δὲν τὶς ξαναζοῦμε.

Νὰ καταλήξω κάπου - πρὸς τὸ παρόν; Δὲν θέλω πιὰ ἄλλη ἀγάπη. Οἱ δυὸ τελευταῖες μὲ τσάκισαν χωρὶς ἐπανόρθωση. Ξέρεις κι' ἐσὺ πολὺ καλὰ, ὅπως κι' ἐγὼ, τί κρύβεται σ' αὐτὰ τὰ λόγια ὡς μερίδιο πόνου: τὸ μαστίγιο δικό σας, τὸ τομάρι δικό μου.
Καὶ ὅμως, σᾶς ἔδωσα στιγμές - μοῦ δάσατε κι' ἐσεῖς, δὲν λέω, καὶ μάλιστα πολλές - σᾶς ἔδωσα στιγμὲς σπάνιες, δὲν ἄφησα νὰ πλήξετε ποτέ. Ἐσύ, γιατὶ, σὲ σένα, τὰ λέω τώρα αὐτά - κι' ἀλλοί-
μονο ἄν πεῖς πὼς...δὲν τὸ κατάλαβες - εἶμαι σίγουρος, ἔ, τὄμαθα πιὰ τὸ μάθημά μου, ὅτι πρῶτα μ' ἀκοῦς, συγκινεῖσαι ἀλλὰ στὸ τέλος θὰ πεῖς - καὶ θὰ τὸ πεῖς γιατὶ δὲν ξέρεις τὶ ἆλλο νὰ ἔλεγες:
- Μάθημα μοῦ κάνεις τώρα;
Ἤθελα πᾶντα μου νὰ ἐκπέμπω κάτι. Κι' ἆλλο τόσο νὰ κατανοῶ τοὺς ἄλλους, νὰ ἐκμαιεύω τὸν καλλίτερο ἑαυτό τους. Ἀκόμα κι' ἐσὺ ὑπάκουες. Ὕστερα ὅμως τὸ μετάνιωνες. Ἔχεις μάθει νὰ δείχνεις ἕναν ἑαυτὸ κατὰ κοινὴν παραδεχτὴν παραγγελίαν τρίτων, πνίγοντας τὸν ἑαυτό σου, αὐτὸν ποὺ μόνον χρειάζεσαι καὶ ποὺ αὐτὸν τὸν ἴδιο σοῦ ζητοῦσα.
Σοῦ ἄρεσα ὅπως μ' ἔβλεπες καὶ ὄχι ὅπως εἶμαι. Καὶ ἤθελες νὰ μοῦ ἀρέσεις - μοῦ ἄρεσες, τὸ ξέρεις - ὅπως φαίνεσαι καὶ ὄχι ὅπως πραγματικὰ εἶσαι: σχεδὸν ἀπομεινάρι τῶν ὅσων κατασπάραξαν οἱ καθωσπρεπισμοὶ τοῦ κύκλου σου, αὐτὸν ποὺ ἔχεις ὑπεράνω πάντων.
Ὑπεράνω ὅλων - μὴ ἀγνοουμένων τῶν ὑπολοίπων (εἶπε κανεὶς, ἐγὼ, ἄς ποῦμε, τέτοιο πρᾶγμα;) - εἶναι αὐτὸς ποὺ ἀγαπᾶς καὶ σ' ἀγαπάει, χρόνια τώρα, πιστός, λατρευτός, ζωηφόρος. Ναί, ἔτσι εἶναι, λυπηρὸ ὡραῖο πλᾶσμα μου! Ποὺ δὲν ἄντεχες, μαζύ μου, νὰ ξαναβρεῖς ὅσα σοῦ στραγγάλισαν. Προτίμησες τάφους. Καὶ ἠθελες νὰ ἔβαζα ταφόπλακες κι' ἐγώ. Ὤ, ναί, ἐκεῖ ποὺ δέχομαι ἕνα μετέωρο ἀλλὰ ποτὲ ἕνα καταχωνιασμένο.

Ἕνα ἄτομο μπορεῖ συχνότατα νὰ μὲ κάνει νὰ πλήττω. Ἐνστικτωδῶς, δὲν θέλω, ποτὲ οἱ ἆλλοι νὰ πλήττουν μαζύ μου. Καὶ δημιουργῶ στιγμές. Ἐρωτικές. Ἔτσι, ὡς διὰ μαγείας. Ἀπὸ τὸ τίποτα. Νὰ ποῦμε ὅμως - θὰ τὸ ξανατονίσω, νὰ τὸ καταλάβεις - πὼς καὶ πολλοὶ ἄνθρωποι παραμένουν ἀνέκφραστοι, καί, ἆλλοι, - ἐσύ! - ἐνῶ τὸ χαίρονται αὐτό, ποὺ τοὺς πρόσφερε ἡ τύχη, ὕστερα, ἀπὸ θέση μειονεκτική (ποὺ δὲν τὴν κατάλαβα, ποτέ μου, ἀφοῦ δὲν ἐπιδίωξα νὰ τὴν ἔχεις ἤ νὰ τὴν νιώσεις) προσπαθοῦν νὰ μοῦ τὸ βγάλουν ξυνό. Τότε, ἡ πικρία ἀνταγωνίζεται τὴν μοναξιά, τὰ δεσμὰ ἔχουν σπάσει καὶ καμιὰ φορὰ ἐπιμένεις (ἐπιμένω) νὰ μὴν θέλεις νὰ τὸ πιστέψεις... Μὲ ἤθελες μὲ συνταγὴ μαγειρικῆς μυρωδᾶτο, πικάντικο. Δηλαδὴ ἕνα κακομοίρικο ἄψυχο, ἔτσι, γιὰ νὰ περνᾶ ὁ καιρὸς εὐχάριστα, ἀνέμελα, νὰ μὴ στοιχίζει αἰσθήματα.
Κι' ὅμως, ἕνα πουλάκι, ποὺ θαρρεῖ πὼς σὲ ξέρει ὅσο κανεὶς ἄλλος, ἡ μάννα σου, μοῦ ἔχει πεῖ:
- Μαραζώνει! Δὲν ξέρω γιατὶ.
Δὲν θὰ ξεχάσεις.
Ναὶ, γιατὶ καὶ στὶς γάτες ἀκόμα δίνω στιγμὲς νἄχουν νὰ θυμοῦνται!
.........................................................................................μὲ χοὲς στοὺς νεκροὺς ἔρωτες".

Προβολές: 26

Σχόλιο

Πρέπει να είστε μέλος του Ποιητική γωνιά για να προσθέσετε σχόλια!

Γίνετε μέλος του Ποιητική γωνιά

Στατιστικά ιστοσελίδας


Βίντεο

Σήμα

Γίνεται φόρτωση...

© 2019   Created by Nikolakakos Georgios (spartinos).   Με την υποστήριξη του

Διακριτικά  |  Αναφορά προβλήματος  |  Όροι χρήσης

SEO Services