Η ΚΑΤΑΡΑ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ, ποίημα τοῦ λόρδου Βὐρωνος
(The Curse of Minerva)
Μεγαλόπρεπα κι ἀγάλια τώρα ὁ ἣλιος κατεβαίνει
πάνω στοῦ Μοριᾶ τοὺς λόφους μὲ θωριὰ χαριτωμένη·
ὄχι σὰν ἐκε στὶς χῶρες τοῦ Βορράᾶ, σκοτεινιασμένος,
ἀλλ’ ἀστραφτερὸς σὰν φλόγα, ζωντανὸς, φωτολουσμένος.
Στὰ βαθιὰ νερὰ μία ρίχνει ἁπαλή, χρυσὴ ἀχτίνα
καὶ τὸ πράσινο χρυσώνει, τὸ ρυτιδωμένο κύμα.
Καὶ στῆς Αἴγινας τὸ βράχο τὸν ἀρχαῖο καὶ στὴν Ὓδρα
ὁ θεὸς τοῦ κάλλους βάζει τοῦ φιλιοῦ του τὴ σφραγίδα.
Πάνω απ’ το βασίλειό του ρίχνει τὴ φωτοχυσία,
αν κι ο κόσμος έχει πάψει νὰ τοῦ κάνει πιὰ θυσία.
Τῶν κοφτῶν βουνῶν οἱ ἴσκιοι μὲς στὸν κόλπο σου ριγμένοι,
τὸν φιλοῦν καὶ τὸν χαϊδεύουν, Σαλαμίνα δοξασμένη!
Οἱ γαλάζιες τους οἱ ἄκρες μὲς στὴν ἀπεραντοσύνη
βάφονται σὰν τὴν πορφύρα ποὺ ὁ βασιλιὰς τὴ ντύνει.
Καὶ στολίζει ὅ,τι ἀγγίζει μέ τά χρυσαφένια ἴχνη.
Ὥσπου ὁ ἥλιος, χαιρετῶντας την πανώρια τούτη πλάσῃ,
πίσ' ἀπ' τῶν Δελφῶν τά βράχια κρύβεται γιά νά πλαγιάσει.
Τέτοιο, Ἀθήνα μου, ἕνα δείλι ἤτανε πού ὁ σοφός σου
ἐχαιρέτησε γιά πάντα τ' ἁπαλό, τό χρυσό φῶς σου.
Μέ τί θλίψῃ οἱ καλοί σου οἱ πολῖτες τή στερνή του
τήν ἀχτίδα τήν κοιτοῦσαν, ποῦ 'παιρνε καί τήν πνοή του.
Ὄχι ἀκόμα, ὄχι ἀκόμα, στά βουνά ὁ ἥλιος μένει,
εἶν' ἀπρόθυμος νά δύσει καί ἀκόμα περιμένει.
Μά θλιμμένο εἶν' τό φῶς του στά ἀγωνιώδη μάτια
καί ὁ λόφος εἶναι μαῦρος πού χαρά ἦταν γεμᾶτος,
στήν ἀγαπημένη χώρα σάν νά ἔχυνε σκοτάδι
'κεῖ ὅπου ποτέ ὁ Φοῖβος δέν φανέρωσε μαυράδι.
Ἀλλά πρίν στοῦ Κιθαιρώνα τήν κορφή νά γύρει, πίνει
τό πικρό ποτήρι ὁ γέρος καί τό πνεῦμα παραδίνει.
Κι ἔφυγε ἡ ψυχή πού τά 'χε ὅλα περιφρονημένα,
πού 'χε ζήσει καί πεθάνει ἔτσι σάν ἄλλου κανένα.
Ἀλλά νά, στόν κάμπο ἡ νύχτα ἡ βασίλισσα προβαίνει
ἀπ' τοῦ Ὑμηττοῦ τό ὕψος, δίχως ὅμως νά ὑγραίνει
τό ὡραῖο πρόσωπό της καί νά προμηνάει μπόρα,
παίζουνε μέ τήν κορνίζα οἱ ὁλόλαμπρες ἀχτῖδες·
στήν ὁλόλευκη κολόνα τά φιλιά της στέλνει τώρα
ἡ σελήνη, μέ τό φῶς της π' ὁλοένα τρεμοπαίζει
στοῦ τζαμιοῦ τόν πύργο ὅλο μά τόν κάνει καί νά λάμπει
τό σημάδι του καί γύρω νά ἀστράφτουνε οἱ κάμποι.
Οἱ πυκνοί μαῦροι ἐλαιῶνες κάτω εἶναι ἁπλωμένοι
καί ὁ Κηφισός κυλῶντας ἁπαλά γοργοδιαβαίνει.
Στό τζαμί ἐκεῖ τριγύρω στέκονται τά κυπαρίσσια
καί ὁ τροῦλος τοῦ γυαλίζει μέ λαμπρότητα περίσσια.
Κι ἕνας φοίνικας θλιμμένος, στή θρησκευτική γαλήνη,
ἐκεῖ δίπλα στό Θησεῖο, μόνος ἔχει ἀπομείνει.
Τί μαγευτικό τοπίο πού προσφέρει ἐδῶ ἡ φύσῃ,
καί ἀναίσθητος θά εἶναι ὅποιον δέν τόν συγκινήσει.
Τοῦ Αἰγαίου πάλι ὁ φλοῖσβος, πού ἀκούγεται πιό πέρα,
νανουρίζει τό περγιάλι μέσ' στόν καθαρό ἀέρα
καί τό ζαφειρένιο κῦμα στή χρυσῆ ἀκτή χτυπάει
καί τή γλύκα τῶν χρωμάτων ἀλαργότερα τήν πάει.
Τῶν νησιῶν ἐκεῖ στό βάθος ἡ σκιά τραχιά μαυρίζει,
ὅταν ἁπαλοῦ πελάγου τό χαμόγελο ἀνθίζει.
Ὅπως ἔτσι στῆς Παλλάδας τό ναό βρισκόμουν μόνος,
καί τίς ὀμορφιές κοιτοῦσα, στό μαγευτικό ἀκρογιάλι
πού ἡ τέχνη κι ἡ ἀνδρεία εἶναι σάν μιά ὀπτασία
καί πού βρίσκονται μονάχα σέ ποιητικά βιβλία,
κι ὅπως ἔστρεψε ἡ ψυχή μου τό ναό γιά νά θαυμάσει
τῆς θεᾶς, πού οἱ ἀνθρῶποι τώρα ἔχουν ἀτιμάσει,
οἱ παλιοί καιροί γυρίσαν, τό παρόν πιά εἶχε σβήσει
καί ὁ Δόξα στήν Ἑλλάδα γύριζε νά κατοικήσει!
Ἐπερνούσανε οἱ ὧρες. Τῆς Ἀρτέμιδας τ' ἀστέρι
εἶχε φτάσει πιά στοῦ θόλου τά ψηλότερα τά μέρη
κι ἐγώ γύριζα μονάχος δίχως νά 'μαι κουρασμένος,
σέ θεοῦ ναό πού ἦταν ἐντελῶς λησμονημένος.
Ἀλλά πιό πολύ σ' ἐκεῖνον τόν δικό σου, ὦ Παλλάδα,
ἐτριγύριζα, 'κεῖ ὅπου τῆς Ἐκάτης ἡ λαμπράδα
στίς ψυχρές κολόνες πέφτει ἁπαλά μά καί θλιμμένη
κι ἦχος τήν καρδιά παγώνει σάν ἀπό νεκρό νά βγαίνει.
Ὀνειροπολῶντας εἶχα γιά πολύ 'κεῖ ἀπομείνει,
θεωρῶντας τί ἀπ' τή δόξα τήν παλιά εἶχε ἀπομείνει,
ὅταν, ξάφνου, ἐκεῖ μπροστά μου, μιά γιγάντια θεότης,
ἡ Παλλάδα, μέ σιμώνει πάνω ἐκεῖ, μέσ' στό ναό της!
Ἡ Ἀθηνᾶ ἦταν ἡ ἴδια, ἀλλά πόσο ἀλλαγμένη
ἀπό τότε πού στά τείχη τῶν Δαρδάνων ὁπλισμένη.
Μέ τί θλίψῃ οἱ καλοί σου οἱ πολῖτες τή στερνή του
τήν ἀχτίδα τήν κοιτοῦσαν, ποῦ 'παιρνε καί τήν πνοή του.
Ὄχι ἀκόμα, ὄχι ἀκόμα, στά βουνά ὁ ἥλιος μένει,
εἶν' ἀπρόθυμος νά δύσει καί ἀκόμα περιμένει.
Μά θλιμμένο εἶν' τό φῶς του στά ἀγωνιώδη μάτια
καί ὁ λόφος εἶναι μαῦρος πού χαρά ἦταν γεμᾶτος,
στήν ἀγαπημένη χώρα σάν νά ἔχυνε σκοτάδι
'κεῖ ὅπου ποτέ ὁ Φοῖβος δέν φανέρωσε μαυράδι.
Ἀλλά πρίν στοῦ Κιθαιρώνα τήν κορφή νά γύρει, πίνει
τό πικρό ποτήρι ὁ γέρος καί τό πνεῦμα παραδίνει.
Κι ἔφυγε ἡ ψυχή πού τά 'χε ὅλα περιφρονημένα,
πού 'χε ζήσει καί πεθάνει ἔτσι σάν ἄλλου κανένα.
ἔτρεχε μ' ὁρμή. Μά τώρα ἡ μορφή της διαφέρει
ἀπό κείνη πού 'χε πλάσει τοῦ Φειδία τ' ἄξιο χέρι.
Τοῦ προσώπου τῆς ἐκεῖνον δέν τόν δείχνει πιά τόν τρόμο
κι ἡ γοργόνα τῆς ἀσπίδας εἶχε πάρει ἄλλο δρόμο.
Νά τό κράνος της, κομμάτια. Τσακισμένο τό κοντάρι,
κι οὔτε τούς νεκρούς δέν σκιάζει. Τῆς ἐλιᾶς τό νιο βλαστάρι
π' ὁλοένα τό κρατοῦσε, νά το, εἶναι μαραμένο
καί ξερό, καθώς το σφίγγει μέ τό χέρι παγωμένο.
Ἄν κι ἀπό τούς ἀθανάτους τά λαμπρότερα εἶχε νιᾶτα,
δακρυσμένη εἶναι τώρα ἡ θεᾷ ἡ γαλανομάτα.
Καί ἡ γλαῦκα της στό κράνος τό σπασμένο καθισμένη
τήν κυρά μοιρολογάει μέ λαλιά ἀπελπισμένη.
«Ὦ θνητέ, – ἔτσι μοῦ εἶπε – τῆς ντροπῆς σου αὐτό τό χρῶμα
Βρετανός μου λέει νά 'σαι, ὄνομα εὐγενές ἀκόμα,
μέχρι χτές λαοῦ, ἐλευθέρου, μέ ὡραῖα πεπρωμένα,
τώρα περιφρονημένου, καί ἰδίως ἀπό μένα.
Ἡ Παλλάδα πρῶτος θά 'ναι τῆς πατρίδας σοῦ ἐχθρός·
τήν αἰτία θές νά μάθεις; ἰδέ τριγύρω σου καί 'μπρός.
Νά, ἐγώ εἶδα πολέμους κι ἐρημώσεις νά πληθαίνουν
κι ἄλλες τόσες τυραννίες νά ἀνεβοκατεβαίνουν.
Τούρκου καί Γότθων ἀντάμα γλίτωσα 'γώ τό κακό,
μά ἡ χώρα σου μοῦ στέλνει ἕναν κλέφτῃ πιό τρανό.
Κοίτα, ἄδειος ὁ ναός μου, κατοικία ρημαγμένη,
καί στοχάσου τί μιζέρια εἶναι γύρω ἁπλωμένη.
Τοῦτα ὁ Κέκροπας, κι ἐκεῖνα τά 'χε ὁ Περικλῆς στολίσει,
ὁ Ἀδριανός τίς Μοῦσες γιά νά τίς παρηγορήσει,
καί εὐγνωμονῶ καί ὅσους τό ναό μου ἔχουν χτίσει, –
μά ὁ Ἀλάριχος κι ὁ Ἔλγιν μ' ἔχουν ἄγρια συλήσει.
Καί σάν νά 'πρεπε ὁ κόσμος τό κατόρθωμα νά μάθει,
τ' ὄνομα τό μισητό τοῦ πάει καί στόν ναό μου γράφει,
σά νά νοιάστηκε ἡ Παλλάδα νά δοξάσει τ' ὄνομά του,
κάτω ἡ ὑπογραφή του, πάνω το κατόρθωμά του!
Κι ὁ ἀπόγονος τῶν Πίκτων εἶναι φημισμένος ὅσο
εἶν' ὁ ἀρχηγός τῶν Γότθων, πιθανόν καί ἄλλο τόσο.
Ὁ Ἀλάριχος τά πάντα εἶχε ἄγρια καταστρέψει
μέ τό δίκιο τοῦ πολέμου, μά ὁ Ἔλγιν γιά νά κλέψει
ὅσα οἱ βάρβαροι ἀφήσαν, πού 'τανε ἀπ' ὅ,τι ἐκεῖνος
εἶναι βάρβαρος πιό λίγο, γιατί τό 'κανε ὁ Ἐλγίνος ;
Τό 'κανε, ὅπως τή λεία παρατάει τό λιοντάρι
καί ἀκολουθεῖ ὁ λύκος ἤ ὁ τσάκαλος νά πάρει
καί νά γλείψει κάποια σάρκα πού ἀπόμεινε ἀκόμα
ἀπ' τοῦ λέοντα ἤ τοῦ λύκου τό ἀχόρταγο τό στόμα.
Κοίτα τί ὁ Ἔλγιν πῆρε, κοίτα καί τί ἔχει χάσει!
Τ' ὄνομά του μ' ἕνα ἄλλο τόν ναό μου τόν λερώνει,
κάποια ἀμοιβή ἡ Παλλάδα ν' ἀπαιτήσει ἀξιώνει
καί τό φῶς της νά τό ρίξει ἡ Ἀφροδίτη πιά θυμώνει!»
Κι ὅταν σώπασε γιά λίγο, ἔτσι εἶχα ἀποτολμήσει,
ἀπαντῶντας ν' ἁπαλύνω τῆς ὀργῆς της τό μεθύσι:
«Κόρη τοῦ Διός, τῆς λέω, γι' ὄνομα τῆς Ἀλβιόνος,
καί σάν Βρετανός πού εἶμαι, διαμαρτύρομαι ἐντόνως.
Μήν κακίζεις τήν Ἀγγλία, Ἀθηνᾶ! Ἀπ' τή Σκωτία
ἤτανε ὁ συλητής σου. Κοίταξε τή Βοιωτία
ἀπό τῆς Φυλῆς τούς λόφους τούς ὡραίους κοίτα γύρω,
τοῦ νησιοῦ μας Βοιωτία, μάθε, εἶναι ἡ Σκωτία,
Καί καλά τό ξέρω ὅτι ἀπ' αὐτή τή νόθα χώρα
τῆς Σοφίας ἡ θεᾷ μας δέν τιμήθηκε ὡς τώρα.
Χώρα ἄγονη, πού ἡ φύσῃ ἀπλοχέρα δέν ἐστάθη,
πού τά σπέρματά της εἶναι ὅλα περιορισμένα
καί πού ἔμβλημά της ἔχει τό ψηλό γαϊδουραγκάθι,
χώρα τσιγκουνιᾶς κι ὁμίχλης ἀλλά καί τῆς σοφιστείας,
πού τό μόνο προϊόν της εἶναι τά πηχτά σκοτάδια
κι οἱ τσιγκούνηδες κι ἀχρεῖοι πού γυρίζουν σάν ρημάδια.
Τῶν βουνῶν καί τῶν ἑλῶν της τό ὑγρό ἐκεῖνο ἀγέρι
στά κεφάλια τά κουτά τους σκοτισμό καί ἄγνοια φέρει.
Τά μυαλά τά νερουλά τους ἄγονα 'ναι σάν τό χῶμα
καί ψυχρά, ὅπως τό χιόνι πού δέν ἔλιωσε ἀκόμα.
Γιά τόν πλοῦτο χίλιους τρόπους ἐφευρίσκουν τά παιδιά της
καί τό κέρδος τά τραβάει καί τά πάει μακριά της.
Στήν ἀνατολή, στή δύσῃ, μόνο στόν βορρᾶ δέν πᾶνε,
κέρδη νά 'βροῦν δίχως κόπο, γῆ καί θάλασσες περνᾶνε.
Ἅ, καταραμένη ὥρα καί καταραμένη μέρα,
πού τόν Πίκτο γιά ληστεία εἶχε στείλει ἐδῶ πέρα!
Κι ὅμως, ἄξια βλαστάρια γέννησε καί ἡ Σκωτία,
σάν τόν Πίνδαρο πού ἔχει ἡ νωθρή ἡ Βοιωτία,
καί μακάρι οἱ σοφοί τους νά νικήσουνε τό κλίμα
κι οἱ γενναῖοι ν' ἀψηφίσουν καί τοῦ θάνατου τό μνῆμα,
καί τή σκόνη αὐτῆς τῆς χώρας ξετινάζοντας καί πάλι,
σάν παιδάκια νά ἀστράψουν σέ χαρούμενο ἀκρογιάλι,
γιατί, ὅπως σ' ἄλλα χρόνια, ὅταν σέ μιά ψεύτρα χώρα
δέκα ἀνδρεῖοι ἄν ὑπῆρχαν, ἀποφεύγονταν ἡ μπόρα».
«Ὦ θνητέ, μοῦ εἶπε τότε ἡ κόρη ἡ γαλανομάτα,
στίς ἀκτές τῆς χώρας σοῦ φέρε τοῦτα τά μαντᾶτα:
Ἄν καί ἔχω παρακμάσει, νά ἐκδικηθῶ μοῦ μένει
καί ν' ἀποστραφῶ μιά χώρα σκοτεινή κι ἀτιμασμένη.
Ἄκουσε, λοιπόν, τά λόγια τῆς θεᾶς Παλλάδας μόνο:
ἄκουσε καί σώπα: τ' ἄλλα θά λεχθοῦν ἀπό τόν χρόνο.
Πρῶτα στό κεφάλι ἐκείνου πού 'κανε αὐτή τήν πράξῃ
ἡ κατάρα μοῦ θ' ἀστράψει, ἴδιον καί γενιά νά κάψει.
Οὔτε μία σπίθα πνεῦμα νά μήν ἔχουν τά παιδιά του
καί ἀναίσθητα νά εἶναι, ὅπως καί ἡ ἀφεντιά του.
Κι ἄν βρεθεῖ ἀπόγονός του μέ λίγο πνεῦμα ἤ φάτσα,
τότε σίγουρα θά εἶναι νόθος κι ἀπό ἄλλη ράτσα.
Νά γυρίζει μ' ἀπογόνους διανοητικά βλαμμένους
καί ἀντί γιά τῆς σοφίας, τῆς βλακείας νά 'χει ἐπαίνους.
Κι οἱ κουτοί νά ἐπαινοῦνε τήν πολλή καλαισθησία
πού θά τόν χαρακτηρίζει στήν ἀγοραπωλησία,
νά πουλᾷ κι ἔτσι νά κάνει – τί ντροπή καί τί ἀπάτη!
τῆς κλεψιᾶς καί ἁρπαγῆς του ἕνα ἔθνος συνεργάτη.
Κι ὁ Οὐέστ, πού τῆς Εὐρώπης εἶναι ὁ ρυπαρογράφος,
μά τῆς δύστυχης Ἀγγλίας κόλαξ καί τρανός ζωγράφος,
μέ τά χέρια σάν ἀγγίξει ἔργα τέχνης τῶν αἰώνων,
μπρός τους θά βρεθεῖ πώς εἶναι μαθητής ὀγδόντα χρόνων.
Καί τριγύρω οἱ ἀγροῖκοι παλαιστές θά μαζευτοῦνε
μέ τῆς τέχνης τά μνημεῖα καί αὐτοί νά συγκριθοῦνε
καί τό «μαρμαράδικό» του βλέποντας, θά τό θαυμάσουν
κοκορόμυαλοι στήν πύλη βιαστικοί σάν καταφθάσουν
πλήθη γύρω ἀπ' τήν πύλη, τόσα πού δέν εἶδαν ἄλλοι,
θά γουρλώνουνε τά μάτια μέ κατάπληξη μεγάλη
καί, τεμπέλικα, τ' ἀρχαῖα σάν χαζοί θά σχολιάζουν,
ἐνῶ οἱ γεροντοκόρες ἀπό πόθο θά στενάζουν
καί θά κατατρώγουν ὅλες ψηλαφῶντας μέ τά μάτια
τῶν ὑπέροχων γιγάντων τά μαρμάρινα κομμάτια,
καί θλιμμένες θά φωνάζουν, ὅταν δοῦν τούς ἀνδριάντες:
'Ω, οἱ Ἕλληνες οἱ ἀρχαῖοι ἤτανε τέλειοι ἄντρες!'
Καί συγκρίνοντάς τους τώρα μέ ἐκείνους τούς γενναίους,
θά ζηλέψουν τή Λαΐδα γιά τούς φίλους Ἀθηναίους.
Πότε σύγχρονη γυναῖκα θά 'χει τέτοιον ἐραστή;
Ἄχ, ἀλίμονο, ὁ σέρ Χάρρυ δέν μοιάζει τοῦ Ἡρακλῆ!
Καί στό τέλος, μέσ' στό τόσο τό ἀνώνυμο τό πλῆθος,
θά βρεθεῖ κάποιος διαβάτης πού θά ἔχει λίγο ἦθος·
λυπημένος, βλέποντάς τα, ἄφωνος θ' ἀγανακτήσει,
θά θαυμάσει τά κλεμμένα, μά τόν κλέφτῃ θά μισήσει.
Ὧ, καταραμένη νά 'ναι ἡ ζωή του καί ὁ τάφος,
καί ὀργή νά συνοδεύει τό ἱερόσυλό του πάθος!
Τ' ὄνομά του ἡ Ἱστορία δίπλα σέ 'κείνου θά γράψει
τοῦ τρελοῦ, πού τῆς Ἐφέσου τό ναό 'χε κατακάψει.
Κι ἡ κατάρα μου πιό πέρα κι ἀπ' τόν τάφο του νά πάει
Ὁ Ἡρόστρατος κι ὁ Ἔλγιν σέ σελίδες παραμένουν
πού εἶναι στιγματισμένες καί μέ στίχους ὅπου καῖνε·
ἔτσι πάντα εἶναι γραμμένοι καί οἱ δυό καταραμένοι,
μά ὁ δεύτερος πιό μαῦρος ἀπ' τόν πρῶτο θ' ἀπομένει...»
2018 Μετάφραση: Πάνος Καραγιῶργος

Προβολές: 29

Απάντηση σε αυτό

Στατιστικά ιστοσελίδας


Βίντεο

Σήμα

Γίνεται φόρτωση...

Φόρουμ

ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΜΟΥ

Ξεκίνησε από τον/την Βαγγέλης Βουτσίνος 10 Φεβ. 0 Απαντήσεις

Η Ποίησή μου

Ξεκίνησε από τον/την Βαγγέλης Βουτσίνος 10 Φεβ. 0 Απαντήσεις

ἡ κατάρα τῆς Ἀθηνᾶς

Ξεκίνησε από τον/την Ἰάνης Λὸ Σκόκκο Ιουν 29, 2023. 0 Απαντήσεις

μαζὺ μὲ τὴν ἐπάνοδό μου, αὐτό

Ξεκίνησε από τον/την Ἰάνης Λὸ Σκόκκο. Τελευταία απάντηση από τον/την Ἰάνης Λὸ Σκόκκο Ιουν 19, 2023. 1 Απάντηση

© 2024   Created by Nikolakakos Georgios (spartinos).   Με την υποστήριξη του

Διακριτικά  |  Αναφορά προβλήματος  |  Όροι χρήσης

SEO Services